έργο


έργο
(Φυσ.). Στη φυσική, μπορούμε να ορίσουμε το έ. μιας δύναμης αν ξεκινήσουμε από μια απλή περίπτωση, κατά την οποία ένα υλικό σώμα αμελητέων διαστάσεων, πάνω στο οποίο εφαρμόζεται μια σταθερή δύναμη, επιτελεί μια ευθύγραμμη μετατόπιση κατά μια οποιαδήποτε διεύθυνση. Στην περίπτωση αυτή, το έ. μετράται ως το γινόμενο της δύναμης επί τη συνιστώσα της μετατόπισης, την παράλληλη προς τη διεύθυνση της δύναμης. Το έ. θεωρείται θετικό ή αρνητικό, ανάλογα με το αν η διεύθυνση της δράσης της δύναμης και η διεύθυνση της μετατόπισης σχηματίζουν γωνία μικρότερη ή μεγαλύτερη των 90°. Ειδικότερα, αν η μετατόπιση είναι κάθετη στον φορέα της δύναμης, το έργο που επιτελείται είναι μηδέν. Αν η δύναμη μεταβάλλεται είτε κατά το μέγεθός της είτε κατά τη διεύθυνσή της κατά τη μετατόπιση, το έ. μπορεί να υπολογιστεί κατά προσέγγιση, αν υποδιαιρέσουμε τη μετατόπιση σε στοιχειώδη τμήματα αρκούντως μικρά –ώστε η δύναμη σε κάθε τμήμα να θεωρείται σταθερή– και στη συνέχεια προσθέσουμε τα μερικά έ. που υπολογίζονται για κάθε τμήμα. έ. εξόδου. Το ελάχιστο έ. που απαιτείται για να υπερνικήσει ένα ηλεκτρόνιο τις ελκτικές δυνάμεις που επιδρούν σε αυτό από τα υπόλοιπα φορτία μέσα σε ένα μέταλλο και να απομακρυνθεί ελεύθερο από το μεταλλικό πλέγμα. Ονομάζεται και συνάρτηση. Η μέγιστη ενέργεια που έχουν τα ηλεκτρόνια μέσα σε έναν μεταλλικό κρύσταλλο στη θερμοκρασία του απολύτου μηδενός είναι η ενέργεια Φέρμι ΕF και πολύ λίγα ηλεκτρόνια (ακόμα και σε υψηλότερες θερμοκρασίες από τις συνηθισμένες) έχουν ενέργειες αρκετά μεγαλύτερες από την ενέργεια Φέρμι για να μπορέσουν να εγκαταλείψουν το μέταλλο. Η ελάχιστη ενέργεια που πρέπει να έχει ένα ηλεκτρόνιο παραπάνω από την ΕF για να απομακρυνθεί από τον κρύσταλλο είναι η συνάρτηση έ. και συμβολίζεται με W. Η συνάρτηση έ. των μεταλλικών κρυστάλλων κυμαίνεται μεταξύ 1-5 eV και εξαρτάται από το είδος του κρυστάλλου και την κατάσταση της επιφάνειάς του. Επομένως, απαραίτητη συνθήκη για την απομάκρυνση ενός ηλεκτρονίου είναι E > EF + W (Ε η ενέργεια του ηλεκτρονίου). Η απορρόφηση ενός φωτονίου είναι ένας μηχανισμός για να αποκτήσει ένα ηλεκτρόνιο την πρόσθετη ενέργεια που απαιτείται για την απομάκρυνσή του. Αν ένα ηλεκτρόνιο μπορεί να απορροφήσει την ενέργεια (hv) ενός μόνο φωτονίου, τότε η hv πρέπει να είναι μεγαλύτερη από τη συνάρτηση έ. για να μπορέσει το ηλεκτρόνιο να απομακρυνθεί από την επιφάνεια. Επάνω: η μετατόπιση του αυτοκινήτου από το Α στο Β επιτελείται κατά τη διεύθυνση της εφαρμοζόμενης δύναμης. Κάτω: η μετατόπιση ΟΣ του σκιέρ έχει διεύθυνση διαφορετική από την ΟΦ κατά την οποία εφαρμόζεται η δύναμη.
* * *
το (AM ἔργον)
1. το σύνολο τών προσπαθειών και ενεργειών που καταβάλλονται για να πραγματοποιηθεί ένας στόχος (α. «ἐχει δύσκολο έργο να επιτελέσει» β. «ἔργον δ’ οὐδέν ὄνειδος, ἀεργίη δὲ τ’ ὄνειδος», Ησίοδ.)
2. το αποτέλεσμα τής σωματικής ή ψυχικής ενέργειας, το προϊόν τής εργασίας (α. «ἐχει επιτελέσει λαμπρό έργο» β. «πέπλοι... ἔργα γυναικῶν», Ομ. Ιλ.)
3. πληθ. τα έργα
κατασκευές κοινής ωφέλειας («δημόσια, τεχνικά έργα»)
4. βιοποριστικό επάγγελμα
5. καλλιέργεια αγρού ή αμπελιού που γίνεται από έναν εργάτη σε ορισμένο χρόνο
6. (από ηθική άποψη) σπουδαία πράξη, κατόρθωμα (α. «ηρωικά έργα» β. «καλόν τι ἔργον ἀποδείξασθαι» γ. τὸ ἐν Πλαταιαῑς ἔργον»)
7. εργασία τής αρμοδιότητας κάποιου, καθήκον
8. (για πνευματική δημιουργία) σύγγραμμα, βιβλίο («τα έργα τού Πλάτωνος»)
9. κλωσμένο νήμα
10. φρ. «ἅμ’ ἔπος, ἅμ’ ἔργον» — για άμεση εκτέλεση
νεοελλ.
1. κινηματογραφικό ή θεατρικό έργο
2. φρ. α) «ευχής έργο θα ήταν» — μακάρι να γινόταν
β) «επί το έργο» — αρχίζω δουλειά
γ) «καταναγκαστικά έργα» — βαρύτατες εργασίες στις οποίες υποβάλλονται κρατούμενοι ή κατάδικοι
δ) «ἐργο φρονήσεως» — φρόνιμο
μσν.
φρ. «γάμος δι’ ἔργου» — όχι νόμιμος
αρχ.
1. γεωργικές εργασίες («ἀνδρῶν πίονα ἔργα», Ομ. Ιλ.)
2. καλλιεργημένα χωράφια («oὔτ’ ἐπὶ ἔργα πάρος γ’ ἴμεν», Ομ. Οδ.)
3. ιδιοκτησία, κτήματα, πλούτη («Θεὸς δ’ ἐπὶ ἔργον ἀέξῃ», Ομ. Οδ.)
4. (στον πληθ. (για γυναικεία εργασία) η υφαντική («γυναῑκας ἀμύμονα ἔργα ἰδυίας», Ομ. Ιλ.)
5. σε αντίθεση με τα έπος, μύθος, λόγος, ρήματα, όνομα («μύθων τε ῥητῆρ’ ἔμεναι πρηκτῆρά τε ἔργων», Ομ. Ιλ.)
6. εκτέλεση έργου («ἠγόρευε καὶ τὸ ἔργον προσῆγε», Ηρόδ.)
7. πράγμα, αντικείμενο («εἰ δὴ σοὶ πᾱν ἔργον ὑπείξομαι» — αν υποχωρήσω σε κάθε τι, Ομ. Ιλ.)
8. βλάβη, ζημιά
9. κέρδος, τόκος τοκιζόμενου κεφαλαίου («ὧν τὸ ἔργον ἐπ’ ἐννέα ὀβολοῑς ἑπτακόσιοι καὶ εἴκοσι δραχμαί», Ισαί.)
10. (για πράγμ.) ιδιότητα, χαρακτηριστικό («oὐ γάρ θερμότητος... ἔργον ψύχειν, ἀλλά τοῡ ἐναντίου», Πλάτ.)
11. η λειτουργία οργάνου τού σώματος («ἔργα τοῡ ἐγκεφάλου», Γαλ.)
12. (συνήθως με απρμφ.) οτιδήποτε απαιτεί κόπο, προσπάθεια («χαλεπὸν oὖv ἔργον διαιρεῑν», Αριστοφ.)
13. χρεία, ανάγκη («τί δῆτα τόξων ἔργον;», Ευρ.)
14. εργατικό σωματείο
15. (η δοτ. ως επίρρ.) ἔργῳ
στην πραγματικότητα («ἐγένετο λόγῳ μὲν δημοκρατία, ἔργῳ δὲ ὑπὸ τοῡ πρώτου ἀνδρὸς ἀρχή» — έγινε (το πολίτευμα) σύμφωνα με τον χαρακτηρισμό, με την ονομασία, κυριαρχία τού πλήθους, στην πραγματικότητα όμως διακυβέρνηση από τον πρώτον άνδρα, Θουκ.)
16. φρ. α) «ἔργον (ἐστί)» — δύσκολα είναι δυνατό να συμβεί ώστε... («ἔργον ἅμα πάντας ὀργισθῆναι καὶ ἁμαρτεῑν», Αριστοτ.)
β) «γίγνομαι» ή «εἰμί ἔργον τινός» — γίνομαι θύμα κάποιου, καταστρέφομαι από κάποιον («τῆς ὑμετέρας γέγονεν ἔργον ὀλιγωρίας», Δημοσθ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. έργον (δωρ. Fέργον, ελεατ. Fάργον) προέρχεται από ΙE *werĝom και απαντά επίσης στα αβεστ. varc∂z∂m, αρχ. άνω γερμ. werc, αρχ. νορβ. verk. Η ετεροιωμένη βαθμίδα που εμφανίζεται στο αρμ. gorc είναι υστερογενής, ενώ στα σύνθετα τού τύπου δαμιοργός (μυκην. tokosowoko) είναι αρχαία. Η λέξη ως α’ συνθετικό έχει τη μορφή εργο- σε μικρό σχετικά αριθμό συνθέτων (πρβλ. εργόχειρον, εργοτεχνίτης, εργοφόρος, εργοπόνος κ.ά.), ενώ ως β’ συνθετικό εμφανίζεται σε πολύ μεγάλο αριθμό συνθέτων με τις μορφές -εργος, -οργος (ή -ουργος), -εργής. Μερικά από αυτά είναι προσδιοριστικά ή κτητικά
πρβλ. αεργός, ενεργός, ευεργός, ημιεργός, συνεργός, αλλά και πάρεργος, περίεργος, με διαφορά στον τονισμό λόγω τού ότι τα τελευταία απέκτησαν παθητική σημασία στο γλωσσικό αίσθημα τών ομιλητών. Σε ορισμένα κτητικά σύνθετα το α’ συνθετικό είναι επίθετο (πρβλ. αγαθοεργός, κακοεργός, κλυτοεργός κ.ά.), ενώ σε άλλα το -εργος παίζει ρόλο αντικειμένου (πρβλ. αμβολιεργός, ανυσίεργος κ.ά.). Η ύπαρξη συνθέτων με β’ συνθετικό -Fοργός οφείλεται στο γεγονός ότι η αρχική ρίζα *werĝ- «κάνω» λειτούργησε και ως ρηματική ρίζα (πρβλ. έρδω) και παρήγαγε σύνθετα με β’ συνθετικό την ετεροιωμένη βαθμίδα. Το ότι πρόκειται για αρχαία σύνθετα πιστοποιείται αφ’ ενός μεν από τη Μυκηναϊκή, όπου απαντούν σύνθετα με β’ συνθετικό *-woko (πρβλ. tokosowoko = τοξοFοργός), αφ’ ετέρου δε από σύνθετα τού τύπου γεωργός, δαμιοργός (ιων., αρκ.) παράλληλα προς το ομηρ. δημιοεργός. Τα πολυπληθή σύνθετα σε -ουργός, που δηλώνουν κυρίως ονόματα τεχνιτών (πρβλ. αγγειουργός, ξυλουργός, ψηφιδουργός κ.ά.) πρέπει να προήλθαν από β’ συνθετικό σε -Fοργός. Τέλος, απαντούν περίπου 40 σύνθετα σε -εργής, με παθητική σημασία, από τα οποία τα περισσότερα είναι μεταγενέστερα. Η ποικιλία στη μορφή τής λέξεως ως β’ συνθετικό και η συνύπαρξη τόσων διαφορετικών τύπων συνθέτων επέφερε σύγχυση κυρίως στον τονισμό. Στον Όμηρο όλα τα σύνθετα είναι οξύτονα σύμφωνα με το πρότυπο τών αρχαίων συνθέτων σε -Fοργός.
ΠΑΡ. εργάζομαι, εργαλείο(-ν), εργάτης
αρχ.
εργάνη, εργώδης
ΣΥΝΘ. (Β’ συνθετικό -εργος) άνεργος, απερίεργος, ενεργός, πάρεργος, περίεργος, συνεργός
αρχ.
αγαθοεργός, αγλαοεργός, αεργός, αισυλοεργός, αλιεργός, αμβολιεργός, αμηχανοεργός, αμπελοεργός, αμπλακοεργός, αμφίεργος, ανένεργος, ανυσιεργός, αξιοεργός, άπεργος, αρματοεργός, αφθιτοεργός, βαναυσοεργός, γελωτοεργός, δαιδαλοεργός, δαμιεργός, δημιοεργός, δολοεργός, δύσεργος, εκάεργος, εντεσιεργός, έπεργος, επίεργος, ετωσιοεργός, ευεργός, ευξυλοεργός, ηλιτοεργός, ημίεργος, θερμοεργός, θρασυεργός, ιεροεργός, ιξοεργός, καλλίεργος, καλοεργός, κάτεργος, κηπεργός, κλυτοεργός, κοινοεργός, κωλυσιεργός, λιθοεργός, λυροεργός, μελανοκιοεργός, μίσεργος, μισοεργός, μιτοεργός, μουσοεργός, νοσοεργός, ξυλοεργός, οβριμοεργός, ολβιοεργός, ολοεργός, ομοεργός, ουραμοεργός, παντοεργός, παρασυνεργός, πνευματοεργός, ποικιλοεργός, πολύεργος, πρόσεργος, σκοτοεργός, σκυτοεργός, σοροεργός, σπούδεργος, ταλαεργός, ταχυεργός, τυλοεργός, ύπεργος, φίλεργος, φιλόεργος, φιλοεργός, φονοεργός, φυτοεργός, χαριεργός, χείρεργος, χειροεργός, χρυσεργός. (Β’ συνθετικό -ουργος) αισχρουργός, αμαξουργός, αμπελουργός, ανοσιουργός, αυτουργός, βαναυσουργός γενεσιουργός, δερματουργός, δημιουργός, δραματουργός, ελαιουργός, εριουργός, θαυματουργός, θερμουργός, ιερουργός, κασσιτερουργός, κεραμουργός, λειτουργός, λεπτουργός, μαρμαρουργός, μεγαλουργός, μελισσουργός, μεταλλουργός, μηχανουργός, μουσουργός, ξυλουργός, οπλουργός, πεταλουργός, πλαστουργός, πλινθουργός, σιδηρουργός, συλλειτουργός, τελεσιουργός, τερατουργός, τεχνουργός, υαλουργός, υπουργός, υφαντουργός, χαλκουργός, χειρουργός, χρωματουργός
αρχ.
αγαθουργός, αγαλματουργός, αγγειουργός, αθεμιτουργός, αιματουργός, ακάκουργος, αλουργός, αμπελιουργός, ανδριαντουργός, ανθεμουργός, ανθεσιουργός, ανθρωπουργός, απάνουργος, απατουργός, απλουργός, άπουργος, αργυρουργός, αριστουργός, αριστοχειρουργός, αρραδιουργός, αρρενουργός, αρρητουργός, αρτιουργός, αρτουργός, ατιμουργός, αυτοελαιουργός, βαλσαμουργός, βαλαυστιουργός, βαυκοπανούργος, βροτουργός, βυσσουργός, γαλακτουργός, γελωτουργός, γεννησιουργός, δᾳδουργός, δαιδαλουργός, δακτυλιουργός, δευτερουργός, δημιουργός, δολουργός, δραστιουργός, δρεπανουργός, εθελουργός, εθελοκακούργος, ειλαπινουργός, ειρουργός, ελαουργός, ελεουργός, ελεφαντουργός, επιγενεσιουργός, επιδημιουργός, ερεουργός, ερωτουργός, ευσεβουργός, ζυμουργός, ηλουργός, ηπατουργός, θαλασσουργός, θεουργός, θεμιτουργός, θυμιαματουργός, θυσιουργός, ιεροζωμουργός, ισουργός, ιστουργός, καθαρουργός, καθυπουργός, καινουργός, κακούργος, καναδιουργός, κερατουργός, κεφαλουργός, κηπουργός, κικιουργός, κλινουργός, κοσμουργός, κουφοκεραμουργός, κρανουργός, κρεουργός, κρηπιδουργός, κτισματουργός, λαθροκακούργος, λακανιοργός, λαοργός, λεουργός, λευκουργός, λιθιουργός, λιθουργός, λιμουργός, λιμνουργός, λινουργός, λιπουργός, λυκιουργός, λυχνουργός, μαινουργός, ματαιουργός, μαχαιρουργός, μελανουργός, μεγεθουργός, μελιουργός, μελουργός, μισθουργός, μοιχουργός, μολιβουργός, μονοδαμιουργός, μυλουργός, ναουργός, νεουργός, νικουργός, νοσουργός, νυκτουργός, ξιφουργός, ξυρουργός, οικουργός, οισυουργός, ομματουργός, ονοματουργός, οσιουργός, παγκάκουργος, παιδουργός, παλαιουργός, πανούργος, πανσθενουργός, παντουργός, παραλουργός, πεμματουργός, περιουργός, περιαλουργός πηλουργός, πιθανουργός, πισσουργός, ποινουργός, πρωτουργός, ραδιουργός, σεμνοπανούργος, σηματουργός, σιδηρουργός, σιτουργός, σκαιολιθουργός, σκαιουργός, σκανδαλουργός, σκηνουργός, σκληρουργός, σμηνουργός, σοφουργός, σταιτουργός, σταλουργός, στεμφλυλουργός, στιππουργός, στιππυουργός, στοματουργός, συγκακούργος, συγχειρουργός, συμπαντουργός, συμπλαστουργός, συνδημιουργός, συνιερουργός, συνιστουργός, συντομουργός, σχεδιουργός, σχοινουργός, σωματουργός, ταλασιουργός, ταυτουργός, ταχουργός, τελειουργός, τελετουργός, τηλουργός, τριπάνουργος, υελουργός, υληουργός, υλουργός, υποδηματουργός, υπολειτουργός, φαρμακουργός, φασγανουργός, φαυλουργός, φιλοκακούργος, φιλοκάλουργος, φιλουργός, φλαυρουργός, φονουργός, φυσιουργός, φυτουργός, φωτουργός, χαλινουργός, χαλκωματουργός, χασμαθυπουργός, χλαμυδουργός, χρονουργός, χρυσουργός, ψευδουργός, ψηφιδουργός
νεοελλ.
αγγειοπλαστουργός, αδαμαντουργός, αναδημιουργός, βαμβακουργός, βαμβακοϋφαντουργός, εδενουργός, ελασματουργός, ελεφαντουργός, επιπλουργός, εριοϋφαντουργός, ηλεκτρομηχανουργός, καρδιοχειρουργός, κλωστοϋφαντουργός, κρυσταλλουργός, λευκοσιδηρουργός, μεταξουργός, μεταξοϋφαντουργός, μολυβδουργός, νευροχειρουργός, νηματουργός, ορειχαλκουργός, πανυπουργός, πρωθυπουργός, πυροτεχνουργός, συναυτουργός, συρματουργός, ταπητουργός, ταχυδακτυλουργός, υπερυπουργός, υφυπουργός, χαλυβουργός, χωματουργός. (Β’ συνθετικό -εργής) αρχ. αεργής, αλιεργής, ανενεργής, ανεργής, απεργής, αφιλεργής, βαρυεργής, δολοεργής, δοροεργής, δυσεργής, ευεργής, ευθυεργής, ημιεργής, ηριεργής, κακοεργής, καρικοεργής, κοινοεργής, λαεργής, λιθοεργής, λινεργής, λινοεργής, Λυκιοεργής, λυκοεργής, μυλοεργής, ολιγοεργής, ολοεργής, ομοεργής, παναεργής, πολυεργής, πυροεργής, πορφυροεργής, Ρεινειοεργής, συνενεργής, συνεργής, ταχυεργής, χρυσεργής].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • έργο — το 1.το σύνολο ενεργειών και προσπαθειών για να γίνει κάτι, αλλ. εργασία, δουλειά, ασχολία, επάγγελμα. 2. αποτέλεσμα ή προϊόν εργασίας: Αρχιτεκτονικό έργο. 3. το θεατρικό ή κινηματογραφικό έργο: Απόψε παίζεται ωραίο έργο στο θέατρο. 4. μτφ.,… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • έργο — [эрго] ουσ. о. работа, труд, дело …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • ανώνυμο ή ψευδώνυμο έργο — Τα αρχαιότερα λογοτεχνικά έργα δεν αναφέρουν το όνομα του συγγραφέα, ακόμα και αν σε μερικές περιπτώσεις είναι δυνατόν να διαπιστωθούν μέσα σε αυτά εκδηλώσεις που ανάγονται στην παρέμβαση μιας προσωπικότητας αξίας. Μέσα σε ένα τέτοιο πολιτιστικό… …   Dictionary of Greek

  • πλαστό έργο τέχνης — Ονομάζεται κάθε πίνακας, σχέδιο, χαρακτικό έργο, γλυπτό, καλλιτεχνικό αντικείμενο που απομιμείται μορφές και τεχνικές ενός καλλιτέχνη ή μιας εποχής με σκοπό να εξαπατήσει τον τυχόν αγοραστή ή ειδικό. Το στοιχείο της κακής πρόθεσης, η θέληση της… …   Dictionary of Greek

  • εγκυκλοπαιδεία — Έργο που περιέχει σε αλφαβητική σειρά, συνήθως σε περισσότερους από έναν τόμους, συνοπτική έκθεση του συνόλου των ανθρώπινων γνώσεων ή και των γνώσεων που ανάγονται σε ορισμένη επιστήμη. Οι ε., αντίθετα από τα λεξικά, δεν περιορίζονται στη… …   Dictionary of Greek

  • βιογραφία — Έργο που εξιστορεί τη ζωή ενός ανθρώπου με την αναφορά στο σύνολο των στοιχείων εκείνων τα οποία αποκαλύπτουν την ψυχολογική του ιδιοσυστασία και την πνευματική του προσωπικότητα και συνάμα ορίζουν το πλέγμα των πολύπλευρων δεσμών του με το… …   Dictionary of Greek

  • Μανιοσού — Έργο της ιαπωνικής λογοτεχνικής παράδοσης. Το έργο, το οποίο απαρτίζεται από είκοσι βιβλία, συγκεντρώνει 4.496 ωδές ποιητών του 7ου και του 8ου αι. μ.Χ. και αποτελεί την ευρύτερη και αρχαιότερη συλλογή ποιημάτων στην ιαπωνική γλώσσα. Ο άνθρωπος… …   Dictionary of Greek

  • Аврамидис, Иоаннис — Έργο του Αβραμίδη στην πλατεία Δημαρχείου του Χάιλμπρον Иоаннис Аврамидис ( …   Википедия

  • οχύρωση — Έργο ή συγκρότημα έργων, κατασκευασμένο για την υπεράσπιση μιας θέσης ή μιας περιοχής. Η υπεράσπιση αυτή μπορεί να επιτευχθεί με κατάλληλη εκμετάλλευση της ίδιας της μορφής του εδάφους καθώς και με διάφορες βελτιώσεις. Έτσι είναι δυνατό να… …   Dictionary of Greek

  • ταλμούδ — Έργο στο οποίο βρίσκεται συγκεντρωμένο το μεγαλύτερο μέρος της μεταβιβλικής εβραϊκής παράδοσης. Αναπτύχθηκε από τον 3o έως τον 7o αι. με απαρχή έναν κώδικα πολιτικού και θρησκευτικού δικαίου, τη Μισνά (Εβραίοι, λογοτεχνία). Τα άρθρα του κώδικα… …   Dictionary of Greek


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.